ΜΑΝΑ ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ


 ΜΑΝΗ-ΜΑΝΑ-ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ.

Έζησες έναν αιώνα. Υπερήφανη, αγέρωχη, ευθυτενής, τίμια, καλωσυνάτη και γεμάτη αγάπη για τον συνάνθρωπο σου, μέχρι την τελευταία σου πνοή.
Γεννήθηκες στο Μαλεύρι. Στα Πλαγούτσια της Μυρσίνης. Έμαθες από μικρή, πολύ μικρή, να παλεύεις για τη ζωή σου. Με κουράγιο κέφι και δύναμη. Στα έντεκα σου χρόνια έβγαζες κεραμίδια και από ασβεστοκάμινα ασβέστι. Έπλεκες με μαεστρία μοναδική καλάθια, πανέρια, κανίστρια και κυψέλες, με λυγαριές και σκίνα που μάζευες μόνη σου, στους λόγγους και στα λαγκάδια.

Ξενοδούλευες πολλές φορές, στο ελαιομάζεμμα, σε δύσκολα και σκληρά αφεντικά, από το χάραμα μέχρι το σούρουπο και η αμοιβή σου ήταν ένα γκροθάρι, (όπως το έλεγες), ελιάς για να το φυτέψεις στο φτωχικό σου κτήμα.

Παντρεύτηκες στα 19 σου χρόνια και έκανες 10 γέννες, μόνη και όρθια στα χωράφια, που έχυνες τον ιδρώτα σου ποτάμι, για να ζήσεις τίμια και καλά την οικογένεια σου.
 Πίστευες βαθειά στο Θεό και στην εκκλησία και ευτύχισες να γίνεις παπαδιά, μία ιδιότητα που τίμησες με το πάρα πάνω.

Η ζωή σου πρόσφερε λίγες χαρές και πολλές πίκρες. Όμως ποτέ δεν λύγισες. Ποτέ δεν καταράστηκες τη μοίρα. Eκανες το σταυρό σου και πρόσφερες τη βοήθεια σου, όσο μπορούσες, στους δικούς σου αλλά και σε όλους τους συνανθρώπους σου.

Έφυγες όπως ήρθες. Με τιμή και αγιοσύνη.

Θα μπορούσα να γράφω αμέτρητα λόγια υπερηφάνειας για σένα.

Μανούλα. μου λείπεις.

Αναρτήθηκε από ΗΛΙΑΣ ΤΖΑΝΑΚΟΣ



Η ΜΑΝΑ ΜΑΣ Η ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ
(του δικηγόρου Παρ’ Αρείω Πάγω Σταύρου Πετροπουλάκου)
Χέρια ροζιασμένα αττ' τις δουλειές. Πρόσωπο χαρακωμένο κι ας μην είχε περάσει τα σαράντα. Οι ρυτίδες ίδιες λαμπερές ηλιαχτίδες ξεκινούσαν απ' τα ολοφώτεινα μάτια της, στεφάνωναν το γλυκό πρόσωπό της και σκόρπιζαν ολόγυρα καλοσύνη, αγάπη, ομορφιά.

Αχάραγα ξεκινούσε για τις δουλειές στα χωράφια και γυρνούσε στο χωριό, μετά το χτύπημα της καμπάνας του εσπερινού, λίγο πριν σουρουπώσει. Πάντα θα είχε βρει κάτι να ζαλωθεί. Αν όχι τίποτε άλλο λίγα ξύλα για το φωτογάνι. Απαραίτητα για ζεστασιά το χειμώνα και για μαγείρεμα όλο το χρόνο. Στη μπροστο-ποδιά της, που γύριζε τις άκρες της και τις έδενε στη μέση σχηματίζοντας σακούλα, θα είχε πάντα κάποιο σύκο, κάποιο αχλάδι, κάποιο σταφύλι για τα παιδιά.


Ακουμπούσε στο πεζούλι της αυλόπορτας για να ξεζαλωθεί. Να μπει στο φτωχικό σπιτάκι, να βγάλει την μπόλια απ' το κεφάλι της και να ρίξει μια χούφτα νερό στο κουρασμένο πρόσωπο της. Να κάνει το σταυρό της ευχαριστώντας το θεό, που πήγε καλά η μέοα κι αμέσως μετά ν' αρχίσει τις δουλειές του σπιτιού. Στο βραδινό τραπέζι όταν έβλεπε όλη την οικογένεια γύρω της, με το «γέρο» της στην κεφαλή του σοφρά, απλωνόταν στο κουρασμένο πρόσωπό της μια απέραντη γαλήνη, που την έκανε ίδια Παναγιά.

Για να κερδίζει χρόνο ζύμωνε πάντα νύχτα και φούρνιζε ξημερώματα. Βέβαια με τις δουλειές του σπιτιού ασχολιόταν λίγο και κυρίως όταν ο χρόνος ή ο καιρός δεν επέτρεπαν δουλειές στα χωράφια που ήταν τόσο πολλές, βότανος, θέρος, αλώνι, αμπέλι, ελιές. Μάζευε και το τελευταίο στάχυ στο θέρο και την τελευταία ελιά του χαμολογιού το χειμώνα. Τίποτε δεν έπρεπε να πάει χαμένο. Δεν υπήρχε περιθώριο για απώλειες. Οι ανάγκες μεγάλες. Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τις εξωτερικές δουλειές καθόταν στον αργαλειό να υφάνει προικιά για τις κοπέλες. Άλλοτε έπιανε το χερόμυλο και άλεθε το χόντρο της χαράς ή της λύπης συνοδεύοντας το άλεσμα, κατά την περίσταση, με τραγούδια ή μοιρολόγια, που τόσο καλά έλεγε στα ψίκια ή τα ξόδια.

Τα Σάββατα γινόταν εμπόρισσα στο παζάρι της Αρεόπολης. Άπλωνε την πραμάτεια της, λίγες μυζηθρούλες από τα λιγοστά προβατάκια της, λίγες καλαματιανές ελιές, λίγα ξερά σύκα και το καλοκαίρι σταφύλια και σύκα νωπά. Με τις εισπράξεις ψώνιζε για το σπίτι. Λίγο ρύζι. Λίγα μακαρόνια και κανένα φύλλο μπακαλιάρο καμιά φορά.

Ακόμη φρόντιζε πάντα να κρύβει στην άκρη της μπόλιας της λίγες δραχμούλες για να τις δώσει κρυφά από το «γέρο» της στο κορώνι τους, που σπούδαζε στο Γυμνάσιο της Αρεόπολης. Να μάθει γράμματα το παιδί. Να ζήσει καλύτερα απ' αυτήν.

Το «παιδί» έμαθε κάποια γράμματα. Γέρασε. Έκανε και κείνο παιδιά. Δεν ξέχασε όμως ποτέ τη μάνα του. Που είναι η μάνα σου, η μάνα μου. Η Μάνα μας, η Μανιάτισσα. (mani.org)

Γριά Μανιάτισσα. Αρχέτυπη φυσιογνωμία, με το βαφτιστικό της εξαφανισμένο κάτω από το συζυγικό όνομα, αποκαλέστηκε Ληγορού, Γιώργαινα, Καλαπόθαινα και αφιέρωσε τη μητρότητα της σε ένα και μόνο χρέος, να μεγαλώσει λεβέντες. (πηγή:Ρίζες Ελλήνων)
Τρεις δυναμικές μητερες- γιαγιάδες της Λαγκαδάς!!!
“Η Μητέρα μου”. Γιώργος Φτέρης
Λαογραφία Μάνης
- By Όμορφη Μάνη - Νοέ 16, 2015

Η Μητέρα μου ήτανε γριά. Δεν την θυμάμαι άλλωστε νέα, ακόμη και τον καιρό που θα μπορούσε να αφήνει, έστω και λίγο, μια τέτοια εντύπωση.Η μητέρα μου θαρρούσα πως πάντα ήταν γριά, και αυτή η κατάσταση, δεν της πήγαινε μόνο, είχε γίνει στο τέλος και τίτλος της. Τα γερατειά ταίριαζαν στο σύνολο της, στην έκφραση της, καθώς έβγαινε από την πείρα της ζωής,από τις πίκρες της, που σφραγίζουν-ιδίως στη Μάνη-την μορφή της μητέρας περισσότερο από τις χαρές, ακόμη και από τις πιο έντονες.Και το μάτι της, όσο και να χαμογελούσε για χάρη των άλλων, όσο και να σκέπαζε την καρδιά, όσο έμεναν μέσα στην καρδιά-τους πόνους τους κρεμασμένους εκεί σαν εικόνισμα- το μάτι και στεγνό έδειχνε κάτι από τη συνήθεια, από την ετοιμότητα του δακρυσμένου.Να πως την γνώρισα στη μικρή, την παιδική μου ηλικία.

Την ξαναφέρνω στην φαντασία μου, όπως την παρακολουθούσα όταν άναβε στο εικονοστάσι το καντήλι, πάντα δίχως να μιλά, αλλά πάντα με ένα τρέμουλο, με μια απίθανη ψυθιριστική χλόη προσευχής επάνω στα χείλη. Ύστερα, αφού ξανάκανε το σταυρό της, κρατώντας κατεβασμένα τα μάτια της ξεμάκραινε λίγο-λίγο , με εκείνη την απερίγραπτη διάκριση που δίνει η ευλάβεια στις κινήσεις και των πιο απλών ανθρώπων.

Θυμάμαι τον καιρό που χωριστήκαμε για πρώτη φορά με την μητέρα μου. Με πήγαινε στο Γύθειο από το χωριό και με έγραψαν στο ελληνικό σχολείο , στο δεύτερο ελληνικό σχολείο, στην Παλαιόπολη, κοντά στο σπίτι του Βουζουναρά.

Μόλις έχασα την μητέρα μου-ήμουν το στερνό της παιδί ύστερα από έξι άλλα-ενόμισα πως έχασα και το φως μου μονομιάς.Δν πρόκειται για υπερβολή στην έκφραση.Στο θρανίο, ανοίγοντας το αναγνωστικό, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα γράμματα, να συλλαβίσω.Τόσο που ο πρώτος μου δάσκαλος, μανιάτης κι αυτός, ο Πετρούνιας, να με ρωτάει αν έβγαλα αληθινά το δημοτικό σχολείο, ή αν με έγραψαν κατά λάθος στο ελληνικό.

Το ΄λεγε γελαστά καταλαβαίνοντας που οφείλεται η οπτική διαταραχή μου, αλλά εγώ βασανιζόμουν , ένιωθα μάλιστα πως η κατάσταση δεν γίνεται να τραβήξει πιο πολύ.Ώστε ένα βράδυ βγαίνοντας από το σχολείο, επήρα την μεγάλη απόφαση.

Χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν στο συγγενικό σπίτι όπου έμενα- στα Καψαλιάνικα- έφυγα για το χωριό. Πέρνοντας έναν δρόμο που θα τραβούσε ώρες ολόκληρες, προς την άλλη μεριά της Μάνης, και που τον είχα κάνει μόνο μια φορά, όταν οι γονείς μου με κατέβασαν με μουλάρι για το Μαραθωνήσι, όπως εξακολουθούσαν να λένε το Γύθειο εκείνα τα χρόνια,με το παλιό του όνομα.
Εκεί που στρίβει η δημοσιά για τη Σπάρτη ξέκοψα προς την ανηφοριά, πέρασα με τα πόδια το μικρό ποτάμι που σχηματίζεται το χειμώνα από τα νερά του Ταϋγέτου κι ύστερα ακολούθησα το μονοπάτι που χανότανε μέσα στη νύχτα.

Μια που τα κατατόπια δεν τα ήξερα, ούτε μ ΄άφηνε τώρα το σκοτάδι να ξεχωρίσω τίποτε καλά, ένιωθα πως με οδηγούσε ο ντορός του χωριού, όπως οδηγεί τα κυνηγετικά σκυλιά ο ντορός του θηράματος.
Αργά τη νύχτα βρέθηκα στην Αγία Βαρβάρα , όπου, όποιος την διάβαινε, κι όποια ώρα τη διάβαινε χρειαζότανε τις περισσότερες φορές να κάμει μάχη με τον αέρα.Σωστό πάλεμα. Μέσα στην ορμή του, στη φόρα του, ζωντάνευε μια δύναμη σαν των χεριών , σαν να είχε χέρια ο αέρας που μας έσφιγγαν, που σας στριφογύριζαν, προσπαθώντας να σας ρίξουν καταγής.Γιατί την κορφή της Αγίας Βαρβάρας την δέρνουν οι αγριότεροι άνεμοι, από την ανατολική μεριά του λακωνικού κόλπου, και από τη δυτική του μεσσηνιακού, ως τα Μοθωκόρωνα.

Έφτασα στο σπίτι αργά πολύ αργά τη νύχτα, δίχως να δοκιμάσω το αίσθημα του φόβου, παρά μόνο δίπλα σε μια χαράδρα που κατεβαίνοντας μου είχαν πει οι δικοί μου, πως λέγεται Στριγλολάγγαδο, γιατί βγαίνουν στρίγγλες την νύχτα.Φοβήθηκα επίσης ζυγώνοντας σε ένα σημείο, στην είσοδο του χωριού, όπου είχε γίνει άλλοτε φονικό, και έλεγαν πως κάθε νύχτα σκούζει το αίμα του σκοτωμένου.Δεν τ΄άκουσα. Αλλά περίμενα από στιγμή σε στιγμή να τ΄ακούσω.

Φαντάζεται κανείς την έκπληξη των γονιών μου. Κατάλαβαν τι μου συνέβαινε. Δεν με μάλωσαν. Αντίθετα, προσπάθησαν να βρεθούν ψυχικά κοντά μου.Έτσι έμεινα λίγες ημέρες στο χωριό κι έπειτα με κατέβασαν πάλι στο Γύθειο.

Τα μάτια μου έβλεπαν τώρα πεντακάθαρα τα γράμματα του αναγνωστικού, έγινε μάλιστα και κάτι άλλο αξιοσημείωτο. Ύστερα από αυτή τη συναισθηματική περιπέτεια ποτέ στη ζωή μου , σ όλη μου τη ζωή, τον καιρό που ταξίδευα, που έμενα σε μακρινούς τόπους, δεν αισθάνθηκα πια την νοσταλγία.
Φαίνεται πως όλη η ποσότητα της νοσταλγίας που είχα μέσα μου, από φυσικού, εξαντλήθηκε , κάηκε μπροστά στο βωμό της μητέρας.

Έμεινε όμως μέσα μου βαθιά η λατρεία μου για αυτόν τον τόπο που λέγεται : Μάνη.

Γιώργος Φτέρης Βιβλίο “Μάνη Πατρίδα μου” Εκδόσεις Ερμής
Για την Όμορφη Μάνη http://www.omorfimani.gr/2015/11/16/%CE%B7-%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CF%86%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου